Τρίτη, 20 Νοεμβρίου 2012

Χτύπα ξύλο




 «Γιατί εγώ;», ρωτούσα και ξαναρωτούσα όλον αυτό το μήνα. «Γιατί εγώ; γιατί σε μένα;», ρώτησα το σύμπαν και τι ήθελα και το έκανα.

«Και γιατί όχι;», άκουσα πολύ καθαρά, αλήθεια λέω, το άκουσα πολύ καθαρά όπως ακούω τη Μάγια να γαυγίζει έξω. Εγώ που δεν ακούω τίποτε, που νομίζω ότι κάνω προσευχές στο βρόντο και κανείς δεν με ακούει, άκουσα μια αμετάκλητη φωνή να λέει «Και γιατί όχι;».

Τι θα πει γιατί όχι; Χιλιάδες απαντήσεις και δικαιολογίες σχηματίστηκαν στο μυαλό μου και σπρώχνονταν να χωρέσουν ανυπόμονες, να απαντήσουν στην προσβολή.

Εγώ, το καταλαβαίνεις; Εγώ! Που είμαι τόσο καλή, τόσο όμορφη, που πρέπει να πάω ταξίδια που δεν έκανα, να γνωρίσω ανθρώπους σοφούς ή έστω σκέτο ανθρώπους ή μάλλον και άλλους ανθρώπους, να περπατήσω σε απάτητες κορυφές, να μάθω σκι, μηχανή, να κάνω παιδιά, όχι μάλλον παιδιά δεν θα κάνω. Φτάνει αυτό που έκανα. Εγώ που βρίσκω ανεπαρκή τη μέχρι τώρα ζωή μου απ’ όποια πλευρά και αν την κοιτάξω.

«Ξέρεις ποια είμαι εγώ;», φώναξα αλλά σιώπησα αμέσως καθώς η φωνή μου με πήγε σε δρόμους ασφαλτοστρωμένους όπου οι οδηγοί φρενιασμένοι ρωτούν ο ένας τον άλλον: ξέρεις ποιος είμαι εγώ; Όχι, δεν ξέρω και ούτε θέλω να μάθω. Αυτό δεν μου το απάντησε το σύμπαν, ευτυχώς, άσε που οι σκέψεις βούιζαν σαν μέλισσες στο μυαλό μου και δεν θα μπορούσα να ακούσω ούτε βόμβα αν έσκαγε δίπλα μου!

«Τι θα πει γιατί όχι; Δηλαδή είμαι σαν τους άλλους, ή μάλλον δεν είμαι τίποτε; Σαν εκείνες τις κλισέ φράσεις που λένε στις κηδείες; Τι είναι ο άνθρωπος; Ένα τίποτα!» Είμαι εγώ ένα τίποτα; Ένα απόλυτο τίποτα;
Θα γίνω ένα τίποτα; Από τώρα; Και όλα αυτά τα όνειρα που έκανα; Τα σχέδια που είχα; Ξέρεις τι έχω να κάνω ακόμη;», ρώτησα και τώρα δεν είναι ότι άκουγα μόνο, αλλά νόμιζα ότι έβλεπα κιόλας κάποιον να ανασηκώνει αδιάφορα τους ώμους.

Είναι άραγε αναπόφευκτο να σκέφτεται κανείς «Γιατί εγώ;», είναι αναπόφευκτο να συγκρίνεται κανείς στο θάνατο όπως και στη ζωή; Ή μήπως οι άλλοι είναι γενναίοι και το αποδέχονται ενώ εγώ είμαι πολύ δειλή, κακιά, φθονερή για να σκέφτομαι έτσι;

Φοβάμαι ακόμα και να απαντήσω στην ερώτηση. Σίγουρα δεν είναι σωστό να λέω γιατί εγώ και όχι εκείνος ή ο άλλος. Μπορώ τουλάχιστον να λέω «Γιατί εγώ;» σκέτο;
«Γιατί εγώ;», «Γιατί εγώ;», «Γιατί εγώ;», «Γιατί εγώ;», «Γιατί εγώ;», «Γιατί εγώ;», «Γιατί σε μένα;».









Απόσπασμα από την ομιλία της Χριστίνας Λιναρδάκη





Το Χτύπα Ξύλο είναι το πρώτο δημοσιευμένο μυθιστόρημα της Δέσποινας Τσιτάκη. Πρόκειται για ένα λογοτεχνικό έργο (και υπογραμμίζω αυτές τις λέξεις, γιατί όσο και να μοιάζει αυτονόητο, στην εποχή του εκτεταμένου self-publishing δεν είναι) στο οποίο η συγγραφέας χειρίζεται με πραγματικά πρωτότυπο τρόπο ένα παμπάλαιο θέμα. Πρόκειται για το θέμα του θανάτου.

Η βασική διαφορά του Χτύπα Ξύλο με έργα του παρελθόντος είναι ότι δεν περιέχει απλώς τον θάνατο, περιέχεται το ίδιο μέσα σε αυτόν. Όλο το βιβλίο είναι απορροφημένο από την προοπτική του βέβαιου θανάτου της ηρωίδας. Όλο το βιβλίο μοιάζει αφιερωμένο στο θάνατο. Όμως όπως συμβαίνει στην πραγματικότητα, όπου όλα τα πράγματα προβάλλουν σε ζεύγη και ακουμπούν πάνω στο φαινομενικά αντίθετό τους και υπάρχουν εξαιτίας του, έτσι και το βιβλίο με το να μοιάζει αφιερωμένο στο θάνατο είναι όλο αφιερωμένο στη ζωή. Είναι ένα εγκώμιο της ζωής. Είναι χαρακτηριστικό ότι η λέξη «θάνατος» αναφέρεται 157 φορές στο βιβλίο και η λέξη «ζωή» 294, δηλ. σχεδόν τις διπλάσιες.

Το μυθιστόρημα είναι διαρθρωμένο σε 54 κεφάλαια. Η χρονική ροή είναι φυσική, η εξέλιξη των γεγονότων γραμμική. Δεν κατατμείται η ροή με την παρείσδυση κεφαλαίων σε άλλο χρόνο, όπως έχει γίνει της μόδας, και το μόνο στοιχείο που μας συνδέει με τον παρελθόντα χρόνο είναι οι αναμνήσεις της ηρωίδας. Η χρονική περίοδος που καλύπτει το μεγαλύτερο τμήμα του βιβλίου είναι το διάστημα των οκτώ περίπου μηνών από τη στιγμή που η ηρωίδα μαθαίνει ότι πρόκειται να πεθάνει μέχρι το τέλος του τμήματος και η δράση εκτυλίσσεται στην πόλη, στο δάσος και σε ένα όμορφο ειδυλλιακό χωριό. Το τελευταίο τμήμα του βιβλίου αντιστέκεται στα χρονικά πλαίσια και ο χώρος επίτηδες παραμένει εν πολλοίς απροσδιόριστος.

Η γλώσσα είναι απλή, στρωτή, έντεχνη. Το μεγαλύτερο ατού του βιβλίου είναι η πλοκή και ο πλούτος της πλοκής αυτής. Ο ψυχισμός της ηρωίδας αναλύεται σε τέτοιο βαθμό που είναι αδύνατο να μη βρει κανείς κάτι που να του θυμίζει τον εαυτό του. Είναι επίσης αδύνατο να μην έρθει αντιμέτωπος με τα βασικά ερωτήματα: «πώς ζει κανείς, πώς αγαπά κανείς», ερωτήματα που δυστυχώς δεν απασχολούν κανέναν πραγματικά, αν δεν τον απασχολήσει πρώτα το «πώς πεθαίνει κανείς». Και τα ερωτήματα αυτά βρίσκουν την απάντησή τους καθώς προσωπεία εγκαταλείπονται ή πέφτουν, συγκρούσεις και ανατροπές υπονομεύουν το αίσθημα ασφάλειας της ηρωίδας και του αναγνώστη και άλυτα ζητήματα του παρελθόντος βρίσκουν τη λύση τους ή τη συμφιλίωση των ηρώων μαζί τους. Ολόκληρο το βιβλίο είναι ένα ταξίδι συμφιλίωσης. Είναι τα ταξίδι προς την αρμονία και την τέλεια ηρεμία που μπορεί κανείς να βιώσει μόνο όταν βρεθεί στο μάτι του κυκλώνα.

Κι αυτό συντελείται ενόσω το βάθος δίνει τη θέση του στη δράση στο δεύτερο μισό του βιβλίου και ανατροπές, συγκινήσεις και εκπλήξεις διαδέχονται καταιγιστικές η μία την άλλη. Όμως η μεγαλύτερη έκπληξη, και είναι μάλιστα διπλή, περιμένει τον αναγνώστη στο τέλος.

Άφησα για το τέλος ένα σημαντικό ερώτημα που πάντοτε προκύπτει όταν μία γυναίκα γράφει ένα έργο με ηρωίδα γυναίκα. Πρόκειται για γυναικεία λογοτεχνία; Η απάντηση για το Χτύπα Ξύλο είναι πως πληροί και τα τρία κριτήρια βάσει των οποίων χαρακτηρίζεται ένα έργο λογοτεχνικό: έχει βάθος, έχει αμεσότητα και είναι γραμμένο σε όμορφο λόγο. Η απάντηση επομένως είναι ότι πρόκειται απλά για λογοτεχνία και μάλιστα με Λ κεφαλαίο.



Ομιλία της Μαίρης Φιλιππάκου







Διαβάζοντας το βιβλίο «Χτύπα ξύλο» της Δέσποινας Τσιτάκη θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί πως αυτό που μας περιγράφεται είναι μια απλή καθημερινή ιστορία. Η Δάφνη μαθαίνει ξαφνικά πως πεθαίνει. Ο χρόνος που της απομένει είναι λίγος. Πανικός και φόβος την πνίγουν. Θυμός και οργή για την αδικία που συντελείται . «Γιατί σ’ εμένα, γιατί εγώ!!».
Όμως, δεν υπάρχουν απλές ιστορίες και σίγουρα η ζωή της Δάφνης μόνο απλή και καθημερινή δεν είναι.
Η Δάφνη νοσεί. Είναι η σκιά της απογοήτευσης που βαραίνει την ψυχή της. Έχει από νωρίς καταλάβει, πως δεν ζει σ’ έναν δίκαιο και προβλέψιμο κόσμο. Οι γονείς δεν μας προστατεύουν, το σπίτι δεν μας παρέχει ασφάλεια. Οι γονείς της ψυχροί και αδιάφοροι, απαθείς. Απόντες. Απόντες ακόμη και στις πιο δύσκολες στιγμές της. Πόσο ανάγκη έχει την επιδοκιμασία τους, τον καλό τους λόγο που δεν άκουσε ποτέ. Πόσο προδομένη έχει υπάρξει!
Απομονωμένη και αθέατη, αυτοκαταστρέφεται με το ξόδεμα της εφηβεία της. Εκδικείται! Η Δάφνη πεθαίνει και ίσως δεν είναι η αρρώστια που την τελειώνει. Ένας βαθύτερος φόβος αναδύεται για τον χρόνο που δεν αναστρέφεται, για τα λάθη που δεν διορθώνονται.
Άδεια πια, αφού διασκόρπισε την ενέργεια της, μόνο και μόνο για να ικανοποιήσει τις προσδοκίες που είχαν οι άλλοι γι’ αυτήν. Που πήγε αλήθεια τόσος πόνος! Κρυμμένος καλά, βρίσκεται μέσα στο σώμα της, στο θυμό της που ούτε για μια στιγμή δεν μπόρεσε να εκτονώσει με μία κραυγή.
Μάνα στην θέση της μάνας, τώρα και από πάντα η Χαρίκλεια, η βοηθός του σπιτιού. Η προσφορά προσωποποιημένη. Προστασία και αγάπη ολόκληρη. Η Χαρίκλεια είναι η απόδειξη πως όλα ταξινομούνται με μια θεία δικαιοσύνη. «Σ’ ευχαριστώ που υπάρχεις στη ζωή μου» κι έτσι απλά, καταθέτει την ευγνωμοσύνη της.
Δίπλα στη Δάφνη, πάντα τα ζώα της. Η πιο ανόθευτη πηγή αγάπης και τρυφερότητας. Εκεί που οι άνθρωποι υπήρξαν ανίκανοι να διαπεράσουν το προσωπείο της, τα ζώα την έχουν κερδίσει.
Η Δάφνη όμως δεν είναι μια τυχαία ψυχή. Ένα μεγάλο ταξίδι! Αυτό είχε λαχταρήσει γιατί παράγιναν όλα γνωστά. Ένα ταξίδι που θα είναι αλλιώτικο από τ’ άλλα, και σαν να άκουσε το σύμπαν την επιθυμία της, με μια δική του νομοτελειακή αντίληψη την βγάζει βίαια από την τροχιά της ζωής που επαναλαμβάνει τα λάθη της και την θέτει στην αφετηρία. Μετατόπιση; Αναστροφή; Αλλαγή πορείας.
Πόσο θανατηφόρος μπορεί να είναι ο θάνατος για έναν άνθρωπο που πεθαίνει μέσα του κάθε μέρα; Η Δάφνη δεσμευμένη από τον περιορισμένο χρόνο, αποφασίζει να ζήσει και να φτάσει στο τέλος του επίγειου ταξιδιού πιο ζωντανή από ποτέ. Μπορεί ο θάνατος να διαλέγει εκείνη, όμως εκείνη διαλέγει την ζωή. Ίσως τελικά η σωστή ερώτηση να μην είναι πως πεθαίνει κανείς, αλλά πως ζει κανείς.
Δεν θέλει να τελειώσει μέσα σ’ ένα ψυχρό νοσοκομείο. Θέλει να αντιστρέψει αυτή τη μηχανική διαδικασία, δοκιμάζοντας το ατίθασο μυαλό της, τιμώντας το θάνατο αλλά εν ζωή ώστε η ώρα της μετάβασης να είναι εξαγνιστική και ήσυχη.
«Φεύγω» ψιθυρίζει στον φύλακα Άγγελο της. «Εγώ λέω να ζήσεις» της αντιστρέφει. «Θα ζήσω και θα χαίρομαι! Θα ακονίσω τις αισθήσεις μου ως εκεί που δεν παίρνει. Θα έχω τα μάτια μου ανοιχτά, να χορτάσω χρώμα, θα τα κλείνω ν’ ακούω το ψιθύρισμα της νύχτας. Πως είναι να κάνεις πραγματικά αυτό που θέλεις και να μην σε νοιάζει πως θα το πάρουν; Πως είναι άραγε να ζεις χωρίς να περιμένεις τίποτε; Απλώς να ζεις;»!
Η Δάφνη δεν θα φύγει από τη ζωή εάν δεν τακτοποιήσει τους λογαριασμούς που εκκρεμούν. Η μεταστροφή ξεκινά, γιατί έφτασε ο καιρός της δράσης και τελείωσε εκείνος της αναποφασιστικότητας.
Άμεσα πρέπει να διαμορφώσει γνώμη και εικόνα για τον εαυτό της, χωρίς τα παρεμβατικά εμπόδια του περίγυρου της. Πρέπει ταχύτατα να αναγνωρίσει και να κατανοήσει τα συστατικά από τα οποία αποτελείται. Πρέπει να βρει τον εαυτό της μέσα στην ολότητα του. Όχι μέσα από καθρέφτες, όχι μέσα από γονεϊκές γνώμες, όχι μέσα απ’ αυτό που προφασίζεται ότι είναι, αλλά μέσα από την δική της βιωματική, μέσα από την βαθειά γνώση της πορείας της ζωής, μέσα από την περιπλάνηση. Άλλωστε φεύγει ξαφνικά, θέλοντας να σβήσει τα γνώριμα μέσα της, να αφήσει το οικείο πίσω της βαδίζοντας στο άγνωστο, κάτι σαν αφετηρία εσωτερική.
Αντιλαμβάνεται πλέον πως όλες οι αλήθειες και τα ιδανικά που έμαθε κατά την διάρκεια των πρώτων χρόνων, τότε που οικοδόμησε την πίστη της στο ψεύτικο εαυτό, ήταν αναποτελεσματικοί οδηγοί για το απόγευμα και το δειλινό της ζωής που δεν θα προλάβει ν’ αντικρύσει.
«Πως δεν το βλέπουν; Αρχίζει να αναρωτιέται. Πως δεν διακρίνουν την γύμνια του κόσμου, πως μπορούν να ζουν σαν οι ίδιοι να είναι αθάνατοι; Πως ζούσα εγώ πριν λίγο καιρό, σαν αθάνατη;»
Όσοι δεν κινούνται δεν γνωρίζουν τον εαυτό τους. Στην ακινησία δεν παρατηρείται ούτε θλίψη, ούτε χαρά. Η Δάφνη το έχει καταλάβει αυτό. Με τον Ελύτη να της ψιθυρίζει «κάνε άλμα πιο γρήγορο από τη φθορά» αφήνει πίσω της την πόλη της, το σπίτι της και περπατά το αρχετυπικό μονοπάτι της περιπλάνησης . Όπως παλιά. Πολύ παλιά. Σαν τον Ηρακλή, σαν τον Οδυσσέα αφήνει πίσω της τον τόπο που ζει και ξεκινά την περιπλάνηση της περιδιαβαίνοντας τη χώρα, συλλέγοντας εμπειρία και γνώσεις, φτάνοντας τελικά στον κόσμο του επέκεινα. Εκεί  που δεν θα βρει μόνο το βασίλειο του θανάτου αλλά και την μήτρα της Μεγάλης Θεάς Μητέρας Γης.
Περπατά σε μονοπάτια σκιερά και υγρά, εκεί που ο ήλιος δεν φτάνει και οι κορμοί των δένδρων είναι γεμάτοι μούσκλια, εκεί που κάτω από τους θάμνους και τις πέτρες φυτρώνουν μικρά μανιτάρια.
Το οπτικό της πεδίο ανοίγει μέσα στο δάσος και γίνεται ενορατικό. Εκεί συναντιέται με τον Μάρκο – φύλακας Άγγελος ή οδηγός ψυχοπομπός; - για να κάνουν μαζί, αυτό που ο καθένας μόνος του δεν μπόρεσε. Μαθητές στην ζωή τους και Δάσκαλοι στην ζωή του άλλου.
Εκδηλώνει την πρώτη θεμελιακή αρετή: αγάπη άνευ όρων, σεβασμό στον εαυτό και τα υπόλοιπα πράγματα, καθώς και την δεύτερη, αυτήν της φυσικής ειλικρίνειας η οποία εμφανίζεται ως μια εντιμότητα και αποφασιστικότητα να είναι κανείς πιστός στον αληθινό, στον πιο αυθεντικό του εαυτό.
Η ιστορία φωνάζει. Διαβάστε με καλά. Διαβάστε με σκέψη υπεύθυνη, ικανή να διεισδύσει μέσα σ ‘ ένα κείμενο επιφανειακά φωτεινό, σε βάθος σκοτεινό αλλά στον πυρήνα του, απόλυτα φωτεινό.
Ο κόσμος είναι χωρίς αρχή και τέλος. Είναι κατά βάθος άπειρος. Όλες οι καταστάσεις έχουν υπάρξει άπειρες φορές, και θα υπάρξουν όμοια, άπειρες φορές. Βιώστε όλο το φάσμα της μυητικής πορείας της ψυχής. Άγνοια – φόβος – θυμός – οργή – παραίτηση –ελπίδα- μαχητικότητα – ευτυχία – γαλήνη.
Κλείνοντας το βιβλίο ως άλλοι Πυθαγόρειοι, θα βρεθούμε μπροστά στο αιώνιο ανθρώπινο δίλημμα. Ποιο μονοπάτι απ’ τα δύο; Από τη μια ο ευρύς και εύκολος δρόμος. Και από την άλλη…
Αν το αποφασίσουμε, αν το αποφασίσετε θ’ ανηφορίσουμε το βουνό που περιπλανήθηκε εκείνη η ευγενική ψυχή, περπατώντας σε περισυλλογή, με σεβασμό στην εμπειρία, όπου η εσωτερική φύση του ανθρώπου και η εξωτερική φύση ενώνονται, οσφραίνοντας μυρωδιές, ριγώντας από την ικανότητα της φύσης να κρύβεται και να αποκαλύπτει θαύματα για να φτάσουμε στο τέλος θριαμβευτές, λουσμένοι από το φως του φεγγαριού, λυτρωμένοι και καθαροί  και να φωνάξουμε στρέφοντας την γροθιά μας στον ουρανό: Έχεις ήδη κατακτηθεί!!!!!




Ομιλία της Βίκυς Ράπτη - Παπουή





Σήμερα Δάφνη μου, κοιτώντας τον εαυτό σου στον καθρέφτη με μια ματιά τελείως διαφορετική από τις ματιές όλων αυτών των χρόνων, που ξόδεψες κτίζοντας ένα εαυτό που ήθελες οι άλλοι να βλέπουν με αναγνώρισες. Ναι, είμαι αυτή η πολύ χαμηλών τόνων φωνή που σου έλεγε πως η ζωή είναι δώρο.  Ένα δώρο που δόθηκε για να το χαρείς,  να το απολαύσεις, να το αξιοποιήσεις. Που εσύ φοβόσουν να το πάρεις και να  το ζήσεις Ναι, Δάφνη μου, είμαι η συνείδησή σου
Και ξέρεις τι κάνεις  πάλι;
  Με προκαλείς. Mε προκαλείς με τις ερωτήσεις σου. « Γιατί εγώ , γιατί σ’ εμένα Ξέρεις ποια είμαι εγώ;» Και επειδή σε σέβομαι, δεν θα σου χαριστώ. Γιατί Δάφνη μου, έφτασες πια στην Ιθάκη όπως ο Οδυσσέας: μόνη, γυμνή και ικέτις. Έτσι, όπως βγήκες απο την μήτρα της μάνας σου.Έτσι, όπως  όλοι βγήκαμε από την μήτρα της μάνας- γης.
Δάφνη μου, νομίζω πως ξέρω  πολύ καλά ποιά είσαι, όπως το ξέρεις και  εσύ τώρα πια. Μήπως καλή μου, εσύ  δεν είσαι που προκάλεσες και  ενεργοποίησες την ασθένειά σου, από τις έντονες και βίαιες εσωτερικές συγκρούσεις που βίωνες χωρίς να τις εκφράζεις; Και είναι η φύση της εσωτερικής αυτής  σύγκρουσης η οποία καθορίζει την περιοχή του εγκεφάλου που θα πληγεί και το όργανο στο οποίο θα εντοπισθεί η ασθένεια . Ξέρεις, οι τελευταίες θεωρίες της ιατρικής λένε, πως η ασθένεια, είναι η τέλεια  λύση που βρίσκει ο εγκέφαλος στο πρόβλημα των εσωτερικών συγκρούσεων. Και ρωτάς, Δάφνη μου, γιατί εγώ ; γιατί σ’ εμένα ; Εσύ δεν είσαι που αποφάσισες να ζήσεις την κόλαση της κλειστής ψυχής, χωρίς την γεύση και την αξία της ζωής, γιατί φοβόσουν να ζήσεις; Που ονόμαζες αυτήν την κόλαση αξιοπρέπεια και υπερηφάνεια; Αν όχι σε σένα, τότε σε ποιον Δάφνη μου;
  Βέβαια και τώρα μπορείς  να τα χειριστείς τα πράγματα. Να’ χεις ανθρώπους να σε  ψευτο-νταντεύουν, να χρησιμοποιήσεις  την αρρώστια σου σαν εκδικητικό εργαλείο σ’ αυτούς που σε πονούσαν,  και να εφεύρεις χίλιους άλλους τρόπους να αναμασάς, ζώντας αυτό που μέχρι τώρα ζεις. Αντί ν’αντιδράς, να βυθίζεσαι,να κλαις, να καθηλώνεσαι και να έχεις δυσκινησία στην αλλαγή. Να βουλιάζεις και να βολεύεσαι στην δυστυχία σου. Είπαμε: έτσι έχεις την προσοχή των άλλων...........
Όμως, Δάφνη μου, τώρα πια οφείλεις να ξεκαθαρίσεις και να απαντήσεις αληθινά αν θέλεις να ζήσεις ή να πεθάνεις. Αν αποφασίσεις να πεθάνεις , μιάς και έτσι και αλλιώς δεν έζησες, η αρρώστια σου είναι μια πολύ αξιοπρεπής διέξοδος. Αν όμως αποφασίσεις το μέχρι σήμερα «ΛΑΘΟΣ» να το μετατρέψεις σε «ΑΘΛΟΣ» απλά αλλάζοντας την γραμματοσειρά δηλ. αλλάζοντας τρόπο ζωής, αν αποφασίσεις λοιπόν να ζήσεις , να ζήσεις για σένα και όχι για δήθεν χιλιάδες υποχρεώσεις, τότε καλή μου, έχεις πολλά να κάνεις.
Μην αναλογιστείς ποτέ  το χαμένο σου  χρόνο. Δεν έχει νόημα.  Χτίσε εποικοδομητικά αυτόν που έχεις μπροστά σου. Να πιστεύεις ότι θα τα καταφέρεις, να μην γκρινιάζεις και να μην μεμψιμοιρείς. Πίστεψε παρά πολύ στον ίδιο σου τον  εαυτό. Σ’ αυτή την  δύναμη που νοιώθεις να βγαίνει από μέσα σου και οταν αποφασίσεις πως θέλεις να ζήσεις, Είπαμε :για σένα να ζήσεις και όχι λόγω υποχρεώσεων..

Ο μεγάλος δάσκαλος που ονομάζεται Θάνατος, μας περιμένει, και πολύ καλά κάνει , αφού μια ζωή χωρίς αυτόν θα ήταν ανυπόφορη. Και λέει ο Καζαντζάκης: « αλάτι ο θάνατος και η ζωή πολύ την νοστιμίζει» Ο θάνατος οριοθετεί τη ζωή, της δίνει ένταση και νόημα .Και επειδή η ζωή είναι σύντομη, γι’ αυτό κάθε στιγμή είναι πολύτιμη και αναντικατάστατη. Αν η ζωή ήταν αιώνια , θα βαριόμασταν και δεν θα μπορούσαμε ν’ απολαύσουμε και να ζήσουμε το τώρα. Και η ζωή είναι αυτό που συμβαίνει τώρα, την παρούσα στιγμή.
Το ξέρω, φοβάσαι το θάνατο. Σιγά, νομίζεις  πως είσαι  μόνο εσύ μ’ αυτό το φόβο, λες και ανακάλυψες το ζεστό νερό! Αναλογίσου τούτο: με το που παραδέχεσαι τον φόβο σου και τον ονοματίζεις, συμφιλιώνεσαι μαζί του και όταν συμφιλιώνεσαι, αυτός μικραίνει. Ο φόβος είναι ένα φάντασμα που μπορεί να γίνει τέρας και να σε καταπιεί, αλλά άμα συμφιλιωθείς μαζί του, καταλαβαίνεις ότι είναι μόνο στο μυαλό σου και μπορεί να μικρύνει πολύ – πολύ.
Στο τέλος – τέλος ο θάνατος είναι το αναπόδραστο. Τώρα εσένα αυτό που σε νοιάζει είναι τον μέχρι τότε χρόνο τι θα κάνεις. Θάμαι δίπλα σου, για να μην παραιτηθείς. Γιατί η παραίτηση είναι ο μόνος δρόμος για να φέρεις πιο κοντά αυτό που θέλεις ν αποφύγεις.
Σαν πρώτα βήματα λοιπόν θα σου’ λεγα να αντιδράσεις με αυτοσαρκασμό και  χιούμορ, σαν αντίδοτο στο φόβο.
Έχεις δύναμη, το ξέρεις, γιατί το βίωσες κάνοντας όλα αυτά που έκανες μέχρι σήμερα . Να πιστέψεις σ’ αυτή τη δύναμη που έχεις μέσα σου , στο ξαναλέω. Μην ξεχνάς αυτή την εν δυνάμει προσπάθεια  αθανασίας που έχουμε όλοι οι άνθρωποι. Αν αυτή η δύναμη που έχεις μέσα σου λέγεται Θεός, δεν το ξέρω. Εκείνος όμως είπε: «Θεοί εστέ».  Και  πιο  παλιά , οι δικοί μας είπαν: « μέτρον  πάντων  άνθρωπος».
Δάφνη μου, η εξίσωση δεν είναι: ασθένεια ίσον θάνατος. Όλοι οι άνθρωποι της γης μέχρι την στιγμή του  αναπόδραστου τέλους, βιώνουν πολλούς  καθημερινούς θανάτους.  Εκατομμύρια απ’ αυτούς παλεύουν για την ζωή με πάθος. Εγώ θα σε βοηθήσω να παλέψεις με πάθος για την ζωή, αλλά να κάνεις ειρήνη με τον εαυτό σου για το ανέφικτο.
Πάμε λοιπόν την περιπλάνησή μας στα καινούργια μονοπάτια. Ποιες είναι οι ανάγκες  σου; Οι πραγματικές σου ανάγκες; Έλα, έλα να βάλουμε και τα όριά σου. Πολύ σημαντικό αυτό.
Τώρα που ξέρεις τις  ανάγκες σου, έλα να τις εκφράσεις, να εκφράσεις τα συναισθήματά σου, να αντιπαρατεθείς με κάποιους (με σεβασμό  βέβαια,  γιατί είσαι κορίτσι  από σπίτι, αν και το κατηναριό δεν βλάπτει πάντα), ν’ αναγνωρίσεις την πραγματικότητα και το κυριότερο να την δεχθείς όπως αυτή είναι, έτσι που στο εξής οι πράξεις σου νάναι προσαρμοσμένες στην πραγματικότητα .
Καιρός πια να τελειώνεις με τις  οποίες συναισθηματικές εκκρεμότητες με τους άλλους. Να τους συγχωρέσεις, εσύ και αυτοί μαζί, στον ίδιο χώρο.
  Αυτά που σε ενοχλούν να  τα εκφράζεις χωρίς υπεκφυγές.  Το να εκφράζεις με ειλικρίνεια  αυτό που σου συμβαίνει, είναι  ο καλλίτερος τρόπος για να  φροντίζεις τις σχέσεις σου  με τους άλλους. Προσπάθησε να μιλάς την γλώσσα του καθενός, για να γίνεσαι κατανοητή.
Κοίτα!!! Περπατήσαμε ήδη  όλο το κάθετο τμήμα του ύψιλον. Και φτάσαμε εδώ που χαράσσονται  δυο δρόμοι: « αυτός που θα οδηγήσει στην Αχερουσία και που δεν  ταιριάζει πιά σε σένα και αυτός που θα σε οδηγήσει στον Όλυμπο. Τον δρόμο αυτό , θα τον περπατήσεις μόνη σου. Το « γιατί» το ξέρεις. Και μην ξεχνάς τούτο:  δεν μπορείς να προσθέσεις μέρες στην ζωή σου αλλά μπορείς να προσθέσεις ζωή στις μέρες σου. Άντε, καλό σου δρόμο, Δάφνη μου. Και όταν θ’ ανέβεις στην κορφή του Ολύμπου και αναπαυθείς, να θυμάσαι πως η ζωή σου συνεχίζεται στην μνήμη των ζωντανών.